Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ


Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης

Σούρα Ρωσίας 18/10/1829  -  Κρονστάνδη  Ρωσίας 20/12/1908


Η  ΕΝ  ΧΡΙΣΤΩ  ΖΩΗ  ΜΟΥ

 
Απολυτίκιο (ήχος πλ.α')

«Φερωνύμως δοχείον της θείας χάριτος,

από νεότητος ώφθης τη καθαρά σου ζωή,

Ιωάννη θαυμαστέ,

Κρονστάνδης καύχημα.

Συ γαρ αγάπης θησαυρός

και θαυμάτων αυτουργός,

εδείχθης Πνεύματι Θείω,

Ευαγγελίου τον Λόγον,

ως φως εκλάμπων πάσιν Άγιε».





…Βαριά άρρωστος τον Δεκέμβρη του 1908, χωρίς να καταλύει την νηστεία των Χριστουγέννων, τέλεσε για τελευταία φορά τη θεία Λειτουργία στις 10-12-1908. Είχε μια εντελώς αδύνατη φωνή με βασανιστικούς πόνους και στο τέλος εν μέσω λυγμών των πιστών δίδαξε πάνω σε κάθισμα για τελευταία φορά.

…Στις 18 του μηνός είπε «δόξα τω Θεώ, ότι έχουμε δυο μέρες ακόμα για να τα κάνουμε όλα». Στις 19 έχασε τις αισθήσεις του, το βράδυ συνήλθε αλλά με πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα για να προλάβουν να τον κοινωνήσουν με πολύ κόπο. Στις 6.00 του διάβασαν την ευχή «εις ψυχορραγούντα».

…Απεβίωσε, στην Κρονστάνδη, στις 07:40 της 20 Δεκεμβρίου 1908, σε ηλικία 80 ετών.



  • Στρέψε την καρδιά σου πάλι σ’ εμένα, που μου ανήκει. Οφείλεις εμένα ν’ αγαπάς πάνω από το κάθε τι, να τιμάς εμένα, να είσαι αφωσιωμένος σ’ εμένα. Εγώ έπλυνα με το αίμα μου τις αμαρτίες σου και τις έκαμα λευκότερες από το χιόνι. Έδωσα στην ψυχή σου ειρήνη και χαρά. Σε αγάπησα πιο πολύ απ’ ό,τι αγαπά μία μητέρα τα παιδιά της. Εγώ είμαι που σε έσωσα από τον αιώνιο θάνατο. Ποιος λοιπόν μπορεί να σφετερισθή τη δική μου δόξα; Είμαι ο Παντοκράτωρ
  • Σε όλα τα έργα σου, είτε στο σπίτι σου είτε στον τόπο της δουλειάς σου, μην ξεχνάς ότι όλη η δύναμις, το φως σου και η επιτυχία σου έγκεινται στον Χριστό και στον Σταυρό του. Ιησού, βοήθησέ με. Ιησού, φώτισέ με. Αυτού είναι η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων
  • Όπου και αν στραφώ, προς όποια κατεύθυνσι και αν κινηθώ, ο Θεός είναι μπροστά μου. Όλοι οι δρόμοι μου Αυτόν έχουν ως τέρμα τους. «Πού πορευθώ από του πνεύματός σου και από του προσώπου σου πού φύγω;» (Ψαλμ. ρλη΄ 7)
  • Διέπραξε κάποιος μία αμαρτία; Υπεχώρησε σε κάποιο πάθος; Τιμωρείται ήδη αρκετά από την ίδια την αμαρτία που διέπραξε, από το ίδιο το πάθος που τον παρέσυρε. Τιμωρείται όμως, προ παντός, με το ότι ξενώθηκε από τον Θεό και ο Θεός ξενώθηκε απ’ αυτόν. Είναι λοιπόν ανόητο και πολύ απάνθρωπο να τρέφουμε κακία εναντίον αυτού του ανθρώπου. Είναι το ίδιο σαν να ρίχνουμε στη φωτιά ένα σώμα που είναι ήδη καμμένο. Απέναντι σ’ ένα τέτοιο άνθρωπο, χρωστούμε διπλή αγάπη, θερμή προσευχή στον Θεό γι’ αυτόν. Να μην τον κρίνουμε, να μην επιχαίρουμε για το κατάντημά του.
  • Ας αγαπήσουμε Εκείνον που μόνος μπορεί να ειρηνεύση και να χαροποιήση αληθινά την ψυχή. Αν γυρίσουμε στον Θεό με όλο το είναι μας, καμμία απώλεια και καμμία διάψευσις γήινων ελπίδων δεν θα μπορέσουν να μας ταράξουν. Ας ζήσουμε μία εσωτερική ζωή. Ας στρέψουμε την καρδιά μας προς τα ουράνια, τα αθάνατα αγαθά. Αυτά και μόνον είναι ικανά, όταν τα αγαπήσουμε και τα επιδιώξουμε, να μας δώσουν την αληθινή χαρά
  • Τι θα γίνη μ’ εμάς στη μέλλουσα ζωή, όταν κάθε τι που μας αιχμαλώτισε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο – πλούτη, τιμές, φαγοπότι, πολυτελή ρούχα, φανταχτερά σπίτια- δεν θα τα έχουμε πλέον μαζί μας; Όταν τα έργα της πίστεως και της αρετής, της εγκράτειας, της αγνότητος, της καλωσύνης, της ταπεινοφρωσύνης, της υπομονής, της υπακοής θα μας ζητηθούν και δεν θα μπορούμε να τα παρουσιάσουμε στον Κριτή μας;
  • Νοιώθεις αποστροφή προς τον πλησίον σου; Λέγε: «Και είδεν ο Θεός τα πάντα όσα εποίησε και ιδού καλά λίαν» (Γεν. α΄ 31)
  • Ο Κύριος μού χάρισε τον μεγαλύτερο και άφθαρτο πλούτο: την «εικόνα και ομοίωσίν του». Πώς μπορώ λοιπόν, ύστερα απ’ αυτό, να συγκινούμαι από τα γήινα πλούτη; Τι άλλες τιμές να ζηλέψω; Δεν υπάρχει πλουσιώτερος από τον άνθρωπο που κατέχει τον Χριστό και τη χάρι του Χριστού μέσα του. Άνθρωπε, γίνε πλούσιος στα του Θεού. «Άνωθεν εστί καταβαίνον πάν δώρημα τέλειον»
  • Στην άλλη ζωή όμως, οι αμαρτίες μας θα ελεχθούν ενώπιον όλου του κόσμου. Ενθυμούμενοι αυτή τη φοβερή Κρίση, ας ταπεινωθούμε εδώ, ας μετανοήσουμε, ας διορθωθούμε
  • Ο Κύριος πράγματι, ακόμη και την αρρώστια, ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο, όλα τα επιτρέπει στην κατάλληλη ώρα, για το καλό μας
  • Όπου και αν βρίσκεσαι, ό,τι και αν κάνης, μένε απολύτως βέβαιος ότι ο Θεός σε βλέπει από έξω και από μέσα, με όλους τους λογισμούς σου, με όλες τις επιθυμίες σου, με όλα τα έργα, σε όποια κατάστασι και αν είσαι, σε κάθε στιγμή της ζωής σου
  • Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι ισοστάσιος με την πιστή ψυχή του ανθρώπου. Τι είναι ο υλικός κόσμος; Ένα σύνολο από αβεβαιότητες και φθορά. Δεν μπορούμε να τον εμπιστευτούμε σε τίποτε. Όλα είναι εύθραυστα και παροδικά. Όπου αλλού και αν στηριχθής, εκτός του Θεού, θα νοιώσης τον θάνατο μέσα στην καρδιά σου. Ενώ η ολοκληρωτική προσκόλλησις στον Θεό είναι ζωή

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ)


«Ω, γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις»

α. Μία «ανατροπή» του τρίτου αιτήματος της Κυριακής προσευχής καταγράφει το σημερινό περιστατικό της συνάντησης του Κυρίου με τη Χαναναία γυναίκα. Αντί να γίνεται το θέλημα του Θεού στη ζωή του ανθρώπου – ό,τι ακριβώς μας δίδαξε ο Κύριος να ζητάμε στην προσευχή μας: «γενηθήτω το θέλημά Σου» - γίνεται το θέλημα του ανθρώπου από τον Θεό: «γενηθήτω σοι ως θέλεις». Κι είναι το περιστατικό επίσης που καταγράφει τη μία από τις δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Κύριος επαίνεσε την πίστη των ανθρώπων – και στις δύο με πρόσωπα εκτός του Ισραήλ και με πρόβλημα που δεν ήταν άμεσα δικό τους (τον Ρωμαίο εκατόνταρχο που παρακαλούσε για τον δούλο του, τη Χαναναία σήμερα που παρακαλούσε για τη δαιμονισμένη κόρη της) – και πραγματοποίησε αυτό που ζητούσαν: «Μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Πώς εξηγείται τούτο;

β. 1. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κύριος δεν επικαλείται τον Θεό Πατέρα Του για την εκπλήρωση του αιτήματος του ανθρώπου ούτε παραπέμπει κάπου αλλού. Ο Ίδιος με το αρχικό Του θέλημα ως Θεός που είναι, επιτάσσει το γεγονός. Κι είναι σαν να βρισκόμαστε στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, όταν ως άσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού, από κοινού βεβαίως με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, έδινε την παρόμοια εντολή: «γενηθήτω…». Και όπως τότε το αποτέλεσμα του λόγου Του ήταν η δημιουργία: «και εγένετο…», έτσι κι εδώ ο λόγος Του, το «γενηθήτω σοι», φέρνει αμέσως την ίαση της κόρης της γυναίκας: «Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης». 

2. Η ικανοποίηση του θελήματος της γυναίκας από τον Κύριο – η «ανατροπή» του «γενηθήτω το θέλημά Σου» - φαίνεται ως «ήττα» του Κυρίου. Η γυναίκα νίκησε τον Κύριο και πήρε το έλεός Του γι’ αυτήν και την κόρη της. Πρόκειται για τις «ήττες» του Θεού εκ μέρους του ανθρώπου, οι οποίες αποτελούν τη χαρά Του και την επιδίωξή Του. Δεν υπάρχει ίσως μεγαλύτερη ευφροσύνη για τον Κύριο να βλέπει τα δημιουργήματά Του να «παλεύουν» μ’  Αυτόν και να φθάνουν στο σημείο να Τον κάμπτουν. Κι αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, η αγάπη του Κυρίου απέναντί μας. Με την πρώτη αντίστασή Του στα αιτήματά μας προκαλεί τη φανέρωση του αληθινού περιεχομένου της καρδιάς μας, αν δηλαδή αυτό που ζητάμε είναι όντως αυτό που μας διακατέχει, αν συνιστά πράγματι τον πόνο μας. Κι όταν βλέπει την επιμονή μας, όταν βλέπει ότι μπροστά σ’ αυτό που ζητάμε κάνουμε πέρα οτιδήποτε «κουρελιάζει» τον εγωισμό μας, όταν βλέπει ότι έχουμε εξαρτήσει όλη την ύπαρξή μας από Εκείνον, τότε ναι, υπακούει σε εμάς και τροποποιεί το θέλημά Του.

Έτσι δεν έγινε και με την περίπτωση του Ιακώβ – κάτι που ήδη έχει επισημανθεί από τους ερμηνευτές της Εκκλησίας μας -  όταν έφυγε από το σπίτι του, φοβούμενος την οργή του αδελφού του Ησαύ, λόγω της κλοπής των πρωτοτοκίων; Στην πορεία του προς τον θείο του, καθώς ξάπλωσε κάπου να κοιμηθεί, δεν μας λέει η Παλαιά Διαθήκη ότι όλη τη νύκτα «πάλεψε» με τον άγγελο του Κυρίου, τον ίδιο τον Θεό, και στο τέλος Τον «νίκησε»; Και η «ήττα» του Κυρίου Τον έκανε να δώσει στον Ιακώβ το όνομα του «Ισραήλ», του ισχυρού, αυτού που νίκησε και τον Θεό. Αλλά επίσης, για να θυμηθούμε και αυτό από πολλές άλλες ακόμη περιπτώσεις,  το ίδιο δεν έγινε και όταν απεστάλη ο προφήτης Ιωνάς να κηρύξει μετάνοια στους ειδωλολάτρες Νινευίτες; Είχε αποφασίσει την εξολόθρευσή τους λόγω των αμαρτιών τους. Κι όμως, με τη μετάνοια που επέδειξαν μετά το κήρυγμα του προφήτη, ο Κύριος κάμφθηκε, άλλαξε την απόφασή Του, «νικήθηκε».

Στην προκείμενη περίπτωση με τη Χαναναία τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ καθαρά: ο Κύριος «υποκρίνεται», παίζει το ρόλο ενός εθνικιστή Ιουδαίου, και παρουσιάζεται σκληρός, χωρίς να δίνει καμία σημασία στη γυναίκα. Κι όχι μόνο δεν της δίνει σημασία, αλλά στη συνέχεια και την προσβάλλει, χαρακτηρίζοντάς την «κυνάριον», σκυλί του σπιτιού.  Με διπλό σκοπό: αφενός, όπως φαίνεται έπειτα, να διδάξει τους μαθητές Του, οι οποίοι και αυτοί ήταν εθνικιστές, δηλαδή με απολυτοποίηση του δικού τους έθνους και περιφρόνηση των άλλων εθνών, αφετέρου να οδηγήσει τη Χαναναία, μέσω της συνεχούς αρνήσεώς Του,  στο σημείο να αποκαλυφθεί η μεγάλη της πίστη. Και ο Κύριος, ο Οποίος ως καρδιογνώστης έβλεπε το διαρκές ανέβασμα της πίστεως της γυναίκας, την επιμονή της, την ταπείνωσή της, ξεσπάει σε εγκωμιασμό προς αυτήν: «Γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου

3. Ποια στοιχεία συνθέτουν τη μεγάλη πίστη της γυναίκας; Τι μας αποκαλύπτει το όλο περιστατικό; (1) Η γυναίκα «εξήλθε από των ορίων αυτής». Η Χαναναία, μία ειδωλολάτρισα δηλαδή αλλά καλοπροαίρετη, μόλις ακούει ότι ο Κύριος προσεγγίζει τα όρια της περιοχής της, εξέρχεται από αυτά για να Τον συναντήσει. Κάνει αυτό που έκανε και ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος και Αυτός «εξήλθε εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Με άλλα λόγια η συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου προϋποθέτει την έξοδο και των δύο: ο Θεός εξέρχεται, «κενώνει Εαυτόν» – ο Κύριος βγαίνει έξω από τα όρια που επιτρεπόταν για έναν Ιουδαίο, όπως βγήκε και από τα όρια που «επιτρεπόταν» για τον Θεό, δηλαδή να έλθει στον κόσμο – η γυναίκα βγαίνει να συναντήσει έναν Ιουδαίο, μολονότι ειδωλολάτρισσα. Σαν την περίπτωση με τον Ζακχαίο: και ο Ζακχαίος έκανε κάτι που δεν επιτρεπόταν για τη θέση του, δηλαδή να ανέβει σε ένα δένδρο. Κι η πίστη της αυτή να πλησιάσει τον Χριστό συμπληρώνεται με την κραυγή της να την ελεήσει ο Κύριος: «Ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαυίδ». (2) Η Χαναναία επιμένει. Η πίστη της είναι αποφασιστική: την καίει το πρόβλημα του παιδιού της. Όχι μόνο δεν κάμπτεται από την περιφρόνηση του Κυρίου και τα προσβλητικά Του λόγια, αλλά αντιθέτως γίνεται περισσότερο «επιθετική»: ενώ ακολουθούσε τον Κύριο και κραύγαζε, στη συνέχεια έρχεται μπροστά Του και με βαθύ σεβασμό, προσκυνώντας Τον, επιμένει στο αίτημά της. Η πίστη της λοιπόν μεγαλώνει με την επιμονή της. (3) Ο Κύριος, είπαμε, την περιφρονεί στην αρχή – ήλθα μόνον για τα «απολωλότα οίκου Ισραήλ» - και έπειτα την προσβάλλει – «δεν είναι καλό να πάρω το ψωμί των παιδιών και να το ρίξω στα σκυλιά». Κι όμως η Χαναναία όχι μόνον δεν προσβάλλεται, αλλά επιτείνει ακόμη περισσότερο την προσβολή: όχι το ψωμί, αλλά τα ψίχουλα τουλάχιστον ας πάρω. Η πίστη της, κοσμημένη με την επιμονή της, γίνεται έκλαμπρη με την ταπείνωσή της. Κι αυτό ήταν που ήθελε ο Κύριος. Για τον Κύριο, το σημείο που ο άνθρωπος έχει τη μεγάλη πίστη, εκείνη που Τον κάνει να υπακούει ο Ίδιος στον άνθρωπο, είναι ακριβώς η μεγάλη του ταπείνωση. Διότι προφανώς συνιστά το έδαφος για να μπορεί να έλθει στον άνθρωπο η χάρη του Θεού και να λειτουργεί ο άνθρωπος σαν τον Θεό. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». (4) Κι ένα στοιχείο της μεγάλης αυτής πίστεως της γυναίκας, που μάλλον έκανε τον Κύριο να συγκινηθεί ιδιαίτερα, ήταν ότι βίωνε το πρόβλημα του παιδιού της σαν προσωπικό της πρόβλημα. «Ισοπέδωσε» τον εαυτό της, έκανε τα πάντα, διότι πήρε πάνω της τον πόνο του παιδιού της. «Ελέησε εμένα, Κύριε» κραυγάζει. Όχι το παιδί μου, εμένα. Ό,τι έκανε ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος πήρε επάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και τις έκανε δικές Του, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και εδώ: η γυναίκα νιώθει υπεύθυνη για την κατάντια της κόρης της. Κι αυτό σημαίνει: τότε ο άνθρωπος δείχνει την πραγματική και μεγάλη του πίστη στον Θεό, όταν και επιμένει βεβαίως, και ταπεινώνεται, αλλά και αγαπά σωστά, προσλαμβάνοντας τους άλλους μέσα στον δικό του εαυτό. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».

γ. Η Χαναναία - Ιούστα στο όνομα, κατά κάποια εκκλησιαστικά κείμενα - έκρινε την πίστη του Ισραήλ με τη μεγάλη της πίστη,  αλλά κρίνει και τη δική μας των Χριστιανών, ενόψει μάλιστα της εισόδου μας στο ευλογημένο Τριώδιο. Διότι και εμείς πολλές φορές ενώπιον των προβλημάτων μας, ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών ακόμη, λιποψυχούμε, ολιγοπιστούμε, τα βάζουμε και με τον Θεό, που δεν μας ακούει και δεν μας βλέπει. Ο φόβος και η ανασφάλεια συχνά μας καταβάλλουν. Κι αυτό δείχνει ακριβώς το έλλειμμα της πίστεώς μας. Ο Κύριος όμως περιμένει και από εμάς ό,τι περίμενε από τη Χαναναία: την ενεργοποίηση της μεγάλης πίστεως, να δει δηλαδή την ουσιαστική πίστη μας με την επιμονή μας, την ταπείνωσή μας, την αγάπη μας. Τότε μας δίνει τη χάρη να γινόμαστε και εμείς παντοδύναμοι: ό,τι ζητάμε να γίνεται. Συνήθως όμως εμείς θέλουμε τα μεγάλα: τη χάρη του Θεού και τις δωρεές Του, αλλά με τον λιγότερο κόπο. Αυτό όμως είναι η υποκρισία και ο εγωισμός μας.
"Ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών" (Ο Κύριος)